Εισαγωγικά

Η παρούσα μικρή μελέτη έχει σκοπό να τοποθετηθεί πάνω στο ζήτημα που έχει προκύψει στην ελληνική Εκκλησία και ευρύτερα στην κοινωνία με το θέμα της επέκτασης του Συμφώνου Συμβίωσης για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Το πρόβλημα που υπάρχει και σε αυτή τη συζήτηση, όπως και σε όλες όσες περιλαμβάνουν την αλληλοπεριχώρηση θεσμών και εξουσιών που ανήκουν στην πνευματική πλευρά (Εκκλησία) και στην κοσμική (Κράτος), τα επιχειρήματα πατάνε πολλές φορές σε δύο βάρκες και δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη τοποθέτηση που να μπορεί να συνδέεται είτε από θεολογική-χριστολογική-εκκλησιολογική ανάλυση, είτε από κοινωνιολογική-πολιτική.98399_1218_sebastianos_w400

Έτσι λοιπόν τα επιχειρήματα ενάντια στην επέκταση του Σύμφωνου Συμβίωσης (Νόμος 3719/2008) στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια είναι πολλά και υστερικά επαναμβανόμενα: “είναι ενάντια στη φύση”, “προσπαθούν να μας επιβάλλουν με το ζόρι κάτι ανώμαλο ως πρότυπο”, “διαλύουν την οικογένεια” κλπ. Ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ σε μια σειρά από ανακοινώσεις του και πέφτοντας σε σωρεία θεολογικών και ποιμαντικών σφαλμάτων, λέει καταρχάς ότι η επέκταση του Σύμφωνου Συμβίωσης φέρνει την “θεσμοθέτηση τῆς ἀνατροπῆς τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας καί φυσιολογίας καί τήν κατοχύρωση τῆς ψυχοπαθολογικῆς ἐκτροπῆς τῆς ὁμοφυλοφιλίας” και καταλήγει στο εξής: το Σύμφωνο Συμβίωσης θα καταστήσει την Ελλάδα περίπου ισότιμη με τα Σόδομα και τα Γόμορρα και ως εκ τούτου ισόμοιρη με αυτές αφού “Τάς πόλεις ταύτας, που ταν κδοτοι ες τήν ρσενοκοιτίαν, κατέκαυσε μέ να κατακλυσμόν πό φωτίαν καί θειάφι.”

Το πρώτο θεολογικό και ποιμαντικό σφάλμα είναι η αναφορά στο παράδειγμα των Σοδόμων ως τιμωρητική επιλογή του Θεού έναντι των αμαρτωλών. Γι’ αυτό και τονίζεται το βιβλικό απόσπασμα με το κάψιμο των πόλεων και μάλιστα η επιλογή να καούν και όσοι δεν αντιστάθηκαν στη φαυλότητα της αμαρτίας. Το δεύτερο θεολογικό και ποιμαντικό ατόπημα είναι στη δεύτερη παρέμβαση του μακαριστού Πειραιώς, όπου πολύ εύκολα ταυτίζεται η θεολογική ερμηνεία της αμαρτίας με τις προθέσεις των Ελλήνων νομοθετών, γύρω από μια γενική και αυθαίρετη ερμηνεία του 2ου άρθρου του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδας, που για τον ίδιο ερμηνεύεται ως ότι “ἡ Ἑλληνική Πολιτεία ὀφείλει νά συμπράττει μετά τῆς Ἐκκλησίας, ἐπί θεμάτων κοινοῦ ἐνδιαφέροντος ὅπως εἶναι ὁ γάμος, ἡ οἰκογένεια καί τό ἀνθρώπινο πρόσωπο κατ’ ἐπέκτασιν”. Η ένταση των επιχειρημάτων ότι η Εκκλησία πρέπει να αποτελεί πρακτικά τον ερμηνευτή και τον εμπνευστή των πολιτειακών νόμων, ειδάλλως βρίσκει “ἀνατρέπουσα μάλιστα τήν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καί ἠθική 2.000 ἐτῶν”, ανοίγει το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας – Κράτους στη νεωτερική εποχή, γυρνώντας την Ορθόδοξη Θεολογία στην εποχή της πρώτης Αποστολικής Συνόδου, το 40 μ.Χ.

Έτσι λοιπόν ένα κεφαλαιώδες πρόβλημα για μια σημαντική μερίδα συνανθρώπων μας καθίσταται ισότιμο με την τρυφηλή αρσενοκοιτία και πανηδονισμό των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων ή της μυθικής πόλης των Σοδόμων και Γομόρρων, με την πλήρη ακολασία και τον εξευτελισμό του ανθρώπινου σώματος σε αντικείμενο ηδονής. Αφήνουμε ασχολίαστο ότι καταρχάς, χρόνια τώρα, δεν ασχολείται η Εκκλησία με τη γυναίκα στις ετεροφυλόφιλες σχέσεις που υφίσταται τον εξευτελισμό και τον υποβιβασμό – όταν βρίσκεται να μεταχειρίζεται ως αντικείμενο νοσηρών διαφημίσεων για παράδειγμα- και θα πιάσουμε τμηματικά όλα τα θέματα που ανοίγονται στη συζήτηση, εκτός του θέματος των σχέσεων Εκκλησίας – Κράτους για το οποίο θα κάνουμε ειδική ανάρτηση.

Ο Χριστός είναι Αγάπη

Πιάνουμε λοιπόν τη βασική αρχή της Ορθόδοξης διδασκαλίας η οποία φροντίζει να διαστρεβλώνεται συστηματικά. Ο Θεός είναι αγάπη όπως διαβάζουμε στην Α’ Ιωάννου επιστολή ή όπως διαβάζουμε στην Α’ Πέτρου: “πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν εἰς ἑαυτοὺς ἀγάπην ἐκτενῆ ἔχοντες, ὅτι ἡ ἀγάπη καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν· φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους ἄνευ γογγυσμῶν·”. Άρα πρέπει καταρχάς να δίνουμε σε όλους αγάπη και να είμαστε φιλόξενοι χωρίς να γογγύζουμε. Αυτή η αγάπη είναι αγάπη προς όλους τους ανθρώπους και όχι αγάπη ειδικών συνθηκών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει τους ανθρώπους να τους αγαπούμε με τις αμαρτίες τους και να τους δεχόμαστε με αυτές βοηθώντας τους να μετανοήσουν. Αυτό σαν γενική αρχή, δεν συνάδει ούτε με απειλές, ούτε με ύβρεις, ούτε με χαρακτηρισμούς. Μέσα στην πάνσοφη βιωματική του γνώση του Θεού, του ο Άγιος (πλέον) Πορφύριος λέει: ““Ὄχι, ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ! Ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται, ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι, ἂς ποῦμε: Ἐδῶ νερό, ἐκεῖ φωτιά. Εἶμαι ἐλεύθερος νὰ διαλέξω. Βάζω τὸ χέρι μου στὸ νερό, δροσίζομαι. Τὸ βάζω στὴ φωτιά, καίγομαι”.

Με αυτή την έννοια η όποια συζήτηση περί αμαρτίας πρέπει να ξεκινάει από την αγαπητική, την πατερική σχέση του Θεού με το δημιούργημά του και να επιστρέφει εκεί, εφόσον πιστεύουμε ότι ο σκοπός της πίστης είναι η θέωση ή αλλιώς θεοπτία.

Η μεταπτωτική κατάσταση του ανθρώπου: το πρόσωπο και η ένωση των προσώπων

Σύμφωνα λοιπόν με την Πατερική παράδοση, ο άνθρωπος υπάρχει ως μεταπτωτικός (μετά την πτώση του Αδάμ) και λειτουργεί ως πρόσωπο. Στην Ορθόδοξη Θεολογία το πρόσωπο είναι αυτό που υπάρχει μέσα σε μια σχέση η οποία εκπορεύεται από τη φύση και την ουσία του. Ο άνθρωπος, λειτουργεί ως πρόσωπο εκ φύσεως και συνδεόμενος με την ουσία του Θεού αλλά και σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους, μέσω δηλαδή της Εκκλησίας. Προφανώς εδώ δεν μπορούμε να κάνουμε ολόκληρη ανάλυση για την έννοια του προσώπου και του ατόμου, αλλά θα αρκεστούμε στην Πατερική διδασκαλία, όπως αυτή συμπυκνώθηκε από τους Ρώσους Θεολόγους της Διασποράς και τον Γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ. Επιλέγονται αυτοί γιατί ασχολήθηκαν στον 20ο αιώνα πιο συστηματικά από όλους γύρω από αυτά τα ζητήματα.

Ο Σωφρόνιος Σαχάρωφ λοιπόν αναγνωρίζει στον άνθρωπο την (πνευματική) ερωτική σχέση με το Θείο ενώ εμπνεόμενος από την Πατερική διδασκαλία, έχει χρησιμοποιήσει την έννοια της “κοινωνίας των προσώπων”, ως ένωση των υποστάσεων, δηλαδή τη σύνδεση των ανθρώπων μεταξύ τους και με το Θεό, μέσα από την Εκκλησία ως τον μοναδικό δρόμο ελευθερίας. Πιο ειδικά γράφει: Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις της πτώσεως, συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου. Η καλλιέργεια της πτώσεως οδηγεί εις αποξένωσιν από του Θεού: ο άνθρωπος υποβιβάζεται δια της εν αυτώ αμαυρώσεως της εικόνος του Θεού. Αντιθέτως προς τούτο, η σύναξις των υποστάσεων είναι «το άλας της γης και το φως του κόσμου». Τούτο πραγματοποιείται εν τη Εκκλησία του Χριστού, μετ’ ιδιαιτέρας δε δυνάμεως εν τη λειτουργική πράξει. Εκεί ακριβώς φανερούται η αληθινή εικών της Αγίας Τριάδας”.

Ο Πάβελ Φλορένσκι, στο έργο του “Στύλος και έδαφος της αλήθειας” αναφέρεται στην κοινωνία των προσώπων ως μοναδική οδό για τη σωτηρία. Γράφει: “Θέλω πραγματική αγάπη. Κατανοώ μόνο τη ζωή μαζί με κάποιον άλλον. Χωρίς συλλογική ζωή δεν θέλω να σωθώ. Δεν εξεγείρομαι, ούτε επαναστατώ, απλά δεν μου αρέσει η ιδέα της εντελώς μοναχικής ζωής ώστε να σώσω την ψυχή μου ή να ζήσω”. Μετά από αυτό περνά σε μια εκκωφαντική ανάλυση του νοήματος της αγάπης μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, όχι με όρους σαρκικού έρωτα φυσικά.

Για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Μπουλγκάκοφ, ο Φλορένσκι γράφει στην επιστολή αυτή για την “δίψα που τον καίει” για τη φιλία. Υποστηρίζει ότι ένα ζευγάρι από άρρενες φίλους, σε αδελφική αγάπη μεταξύ τους, είναι η ελάχιστη μονάδα, το μόριο για τη χριστιανική κοινότητα, όπως ακριβώς και η οικογένεια ήταν αυτό το είδος του μορίου για την παγανιστική κοινότητα. Το καθήκον αυτό και η οποιαδήποτε αληθινή φιλία είναι “αμοιβαία διείσδυση των προσωπικοτήτων” και εκεί που ο γάμος είναι “δύο σε σάρκα μία”, η φιλία είναι “δύο σε ψυχή μία”. Ο λυρικός και δραματικός τόνος του Φλορένσκι για αυτό που πως ο ίδιος υποστηρίζει είναι ο οντολογικός ρόλος της ανδρικής φιλίας στην χριστιανική κοινότητα, στηρίζεται σε παραδείγματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους Πατέρες της Εκκλησίας και τη δημιουργία τεχνητής συγγένειας μέσω της αδελφοποίησης (προσοχή: ο Φλορένσκι πουθενά δεν μιλάει για γάμο ομοφυλόφιλων ή κάτι αντίστοιχο).

Συμπληρωματικά ο Νικολάϊ Μπερντιάεφ, αναφέρεται στο θέμα της “κοινωνίας προσώπων” ως τη μοναδική απόδειξη βιωσιμότητας της αντεστραμμένης κοινωνικής πυραμίδας, που από την κορυφή που έχει σήμερα (εννοώντας την αστική τάξη) θα περάσει σε μια κοινωνία στην οποία κορυφή θα είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Θεός, μέσα από την Εκκλησία.

Αγάπη και σεξουαλικότητα: Το φύλο στην Εκκλησία

Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε επιγραμματικά, μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση είναι η έννοια της Εκκλησίας, ως “κοινωνίας προσώπων” στην οποία οι άνθρωποι αγαπούν και αγαπιούνται απαλλαγμένη από την κτιστή ερωτική επιθυμία που τονώνει μόνο το πρόσκαιρο του μεταπτωτικού “σάρκινου ενδύματος” και ενώνονται με το Θεό σε μια σωτηριολογική, ευχαριστιακή ένωση. Βασική προϋπόθεση όλων αυτών είναι η Αγάπη προς το συνάνθρωπο και προς το Θεό, χωρίς όρους.

Το θέμα όμως είναι τι ακριβώς συμβαίνει με τη σεξουαλικότητα, το φύλο και φυσικά, την ομοφυλοφιλία στην Πατερική Παράδοση. Καταρχάς πρέπει να γίνει σαφές ότι όρος “ομοφυλοφιλία” δεν υπάρχει πουθενά σε κανένα κείμενο ελληνικό ή λατινικό μέχρι περίπου τον 19ο αιώνα. Δύο λέξεις υποδεικνύουν ομοφυλοφιλική ή παιδοφιλική συμπεριφορά στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη: αρσενοκοιτία και σοδομία . Στη Προς Ρωμαίους επιστολή (Ρωμ., 1: 27), η ομοφυλοφιλία χαρακτηρίζεται ως εξής: “Ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες». Στην Προς Κορινθίους Α’ μάλιστα (Κορ., 6:9), όσοι εμμένουν στις παρακάτω πρακτικές «βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι”: πόρνοι, εἰδωλολάτραι, μοιχοὶ, μαλακοὶ, ἀρσενοκοῖται.

Η λέξη αρσενοκοίτης εδώ χρησιμοποιείται με τον όρο του πανηδονιστή, του ετεροφυλόφιλου που επιθυμεί ή ερωτοτροπεί με το ίδιο φύλο ή ακόμα χειρότερα της επί πληρωμή αρσενικής πόρνης, ενώ ο μαλθακός είναι ο χαλαρός ηθικά (τουλάχιστον όσο γνωρίζουμε από την απόδοση της έννοιας στην ελληνιστική κοινή). Η μόνη ευθεία ομοφυλοφιλική αναφορά της Παλαιάς Διαθήκης είναι στο Λευιτικόν (18:22): “καὶ μετά ἄρσενος οὐ κοιμηθήσῃ κοίτην γυναικείαν, βέλυγμα γάρ ἐστι.”

Παρεμπιπτόντως, αναφορικά με τα Σόδομα και τα Γόμορρα, ο Ιησούς στο Κατά Ματθαίον (Ματθ., 10:14-15), αναφέρει ότι καταστράφηκαν επειδή δεν ανέχονταν το λόγο του Θεού: “καὶ ὃς ἂν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν [ἐκ] τῶν ποδῶν ὑμῶν. 15 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόρρων ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ”. Στο Κατά Λουκάν επίσης το ίδιο, ενώ στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης: Λευιτικόν, Δευτερονόμιον, Σοφία Σειράχ, η βασική θεωρία είναι ότι τα Σόδομα και τα Γόμορρα καταστράφηκαν εξαιτίας της υπερηφάνειας τους να ζουν χωρίς Θεό ή σωρεύοντας πολλά πλούτη. Λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των αναφορών στην «κακία» των Σοδόμων στις Γραφές, είναι μάλλον δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι σε κανένα από τα ιερά βιβλία δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί η αμαρτία των Σοδόμων ξεκάθαρα σε ένα ομοφυλοφιλικό πλαίσιο εάν αυτή ήταν πράγματι η ερμηνεία.

Επίσης υπάρχει ένα τεράστιο φιλολογικό ζήτημα γύρω από την μετάφραση της εβραϊκής λέξης Kadash και Kadashim (πληθυντικός), που έχει μεταφραστεί με έξι διαφορετικούς τρόπους στην ελληνική μετάφραση των Ο’, μία από αυτές είναι ο όρος: πόρνες και μία ο όρος σοδομίτες. Πρόκειται για ιερές πόρνες σε παγανιστικούς ναούς οι οποίες προσέφεραν σεξουαλικές υπηρεσίες, πουθενά όμως δεν μπορεί να γίνει μνεία για υπηρεσίες ομοφυλόφιλου περιεχομένου. Επίσης η λέξη «σοδομίτες» ως παιδεραστές, εμφανίζεται δύο φορές στη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης σε περιπτώσεις που συνεπάγονται οι σεξουαλικές αμαρτίες. Ακόμη και αν αυτές ήταν ακριβείς μεταφράσεις, η λέξη δεν συνεπάγεται απαραίτητα την ομοφυλοφιλία, δεδομένου ότι μέχρι και τις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα ο “σοδομισμός” αναφέρεται στις “παρά φύσιν” σεξουαλικές πράξεις οποιουδήποτε τύπου συμπεριλαμβανομένων κυρίως των ετεροφυλόφιλων.

Γενικά δηλαδή, η μελέτη των ιερών κειμένων, μας δείχνει μια σαφή εικόνα: όλες οι ομοφυλοφιλικές αναφορές είναι είτε υπόρρητες, είτε συνειδητά προσιδιάζουν στην ακόλαστη και αχαλίνωτη ερωτική επιθυμία που μάλιστα γίνεται έναντι αντιμισθίου, πορνικά και φτάνει στον απόλυτο εξευτελισμό του σώματος και της ανθρώπινης υπόστασης. Ως τέτοια λοιπόν έχει περάσει γενικά στην Πατερική Γραμματεία η σεξουαλικότητα και όχι μόνο η ομοφυλόφιλη έκφρασή της.

Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας λοιπόν, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ομοφυλόφιλη αγάπη, όπως αυτή αναπτύσσεται στους δικούς μας καιρούς: μεταξύ προσώπων που μπορεί να έχουν ισότιμη αγαπητική σχέση. Αυτό που εγνώριζαν και καταδίκασαν επανειλημμένα είναι η σαρκική ακολασία: η λαιμαργία, η πλεονεξία, η ακόρεστη επιθυμία της σάρκας σε αντιδιαστολή με την υγιή πνευματική ζωή, την αγάπη και την αλληλεγγύη. Γι’ αυτό και η παρθενία είναι ύψιστη αρετή σύμφωνα με την Πατερική Διδασκαλία είτε χωρίς γάμο, είτε μετά τον γάμο.  Για παράδειγμα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην ανάλυση της Προς Ρωμαίους επιστολής, υποστηρίζει για την αρσενοκοιτία ότι πρόκειται για “ανδρική πορνεία”, ενώ σε άλλο σημείο επιμένει στην “σοδομία” ως παρά φύσιν σεξουαλική πρακτική μεταξύ ετερόφυλων όταν ερμηνεύει το: “άλλαξαν τη φυσική χρήση της γυναίκας.”

Τα παραδείγματα λοιπόν είναι δεκάδες και συγκλίνουν σε μια αιώνια αλήθεια που πρέπει να ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε κατάματα: αμαρτία για την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η ακόλαστη και ακόρεστη σεξουαλική επιθυμία και πράξη, είτε πρόκειται για ετεροφυλόφιλους, είτε για ομοφυλόφιλους, είτε για τον οποιονδήποτε. Το σώμα είναι ιερό, το ανθρώπινο πρόσωπο πρέπει να οδηγηθεί προς την ένωση με το Θεό και όσο λιγότερο είναι προσδεδεμένο στα ανθρώπινα πάθη, τόσο εγγύτερα φτάνει το Θεό. Από αυτή τη θεώρηση προκύπτουν η νηστεία και η προσευχή ως τμήματα του πνευματικού αγώνα αλλά και η ιερή συνθήκη της παρθενίας.

Μάλιστα, για να αντιληφθούμε την έννοια της νέκρωσης των παθών και της ακύρωσης κάθε κτιστής διαχωριστής μεταπτωτικής κατάστασης της ανθρώπινης υπόστασης-προσώπου αρκεί να δώσουμε δύο παραδείγματα. Το ένα είναι από τον Ευάγριο τον Σχολαστικό και το άλλο από τον Απόστολο Παύλο. Ο Ευάγριος Σχολαστικός περιγράφει τον βίο ανδρών και γυναικών αναχωρητών που ζούσαν στο παλαιστινιακό Σαραντάριο Όρος: “Άλλοι έμεναν με θηρία μαζί και άλλοι είχαν επινοήσει άλλο είδος ασκήσεως, διαμένοντες μέσα στην καυτή έρημο, άνδρες και γυναίκες μαζί, αφού είχαν καλύψει μόνον τα διακριτικά του φύλου τους, ενώ το υπόλοιπο σώμα τους ήταν γυμνό, περιφρονώντας τη ζέστη και το ψύχος.

Η απάθειά τους προς όλα τα μάταια και τερπνά του κόσμου ήταν παραδειγματική. Σε τέτοιο σημείο απαθείας έφθασαν, ώστε με τους άνδρες ένοιωθαν σαν άνδρες και με τις γυναίκες σαν γυναίκες και επιθυμούσαν να μετέχουν σε κάθε περίπτωση και των δύο φύσεων (αρσενικής και θηλυκής) και να μην είναι μιας μόνο φύσεως. Διότι τόσο πολύ τ’ αντίθετα αναμίχθηκαν, ώστε η Θεία Χάρη συγκέντρωνε τα άμικτα και πάλι τα διαιρούσε, συγκατοικούσε δε μέσα τους η ζωή και η νέκρωση, δηλαδή τα ενάντια και προς τη φύση και προς τα πράγματα. Έτσι, εκεί μεν που υπήρχε πάθος, ένοιωθαν νεκρούς τους εαυτούς τους, ωσάν να ήταν μέσα στον τάφο, εκεί δε που υπήρχε αρετή, ένοιωθαν προς το Θεό ικεσία, δύναμη στο σώμα, σφρίγος νεανικό, και ας ήταν προχωρημένης ηλικίας”.

Πιο σύντομος και περιεκτικός είναι ο Απόστολος Παύλος όταν λέει στην Προς Γαλάτες (Γαλ., 3: 28) ότι στην Εκκλησία, κάτω από την αγάπη του Ιησού Χριστού: “Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού”.

Καταλήγοντας

Συμπερασματικά η σήμερα η Εκκλησία, πρέπει να συμβουλεύει πατρικά τους ομοφυλόφιλους με τον ίδιο τρόπο που (θα έπρεπε να) συμβουλεύει τους ετεροφυλόφυλους: να απέχουν όσο μπορούν από τη σαρκική ηδονή, να επιζητούν την πνευματικότητα και την αγάπη και να μετέχουν στα μυστήρια της Εκκλησίας, να ζουν χριστιανικά και ηθικά κατά τα πρότυπα των Αγίων της Εκκλησίας. Τρανό σύγχρονο παράδειγμα, ο βίος του π. Σεραφείμ Ρόουζ, του ιερομόναχου από την Αμερική που ήταν ομοφυλόφιλος και όχι μόνο αγωνίστηκε ενάντια στο σαρκικό πάθος, αλλά κατόρθωσε να υλοποιήσει στην πράξη αυτό που έλεγε ο Φλορένσκι για την αληθινή αδελφική αγάπη. Έζησε με τον πρώην εραστή του, μοναχό Γερμανό (Γκλεμπ), στο μικρό τους μοναστήρι στην Καλιφόρνια, μεταφράζοντας αδιάκοπα πατερικά έργα και διακονώντας την Ορθοδοξία μέχρι το θάνατό του.

Κάθε προσπάθεια λοιπόν καταδίκης από τη ρίζα της σεξουαλικής έκφρασης και πρακτικής ως εν γένει αμαρτωλής δεν είναι μόνο λαθεμένη θεολογικά και ποιμαντικά, κρίνει βιαστικά και άδικα τον άνθρωπο, ο οποίος σε μια σύγχρονη κοινωνία πολλών μοναδικών προτύπων αναβιώνει στην αναζήτηση της σεξουαλικής του ταυτότητας την υπαρξιακή του αγωνία. Είναι εν τέλει προσβολή προς το Θεό και την Εκκλησία να μεταφράζεται ως “ανωμαλία της φύσης” κάθε διακριτή έκφραση γιατί υπονοείται όχι μόνο η ατέλεια της δημιουργίας αλλά και προσβάλλεται η ίδια η παρηγορητική αγκαλιά της Εκκλησίας που λειτούργησε σαν κιβωτός προς χιλιάδες ομοφυλόφιλους τους τελευταίους αιώνες, από την ανάδυση του καπιταλισμού, της νεωτερικής κοινωνίας και της σύγχρονης σεξουαλικής ταυτότητας του ατόμου.