Το κείμενο αυτό είναι συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Σύνορα- πρόσφυγες – αλληλεγγύη», με την ευκαιρία του 4ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Χίου, το οποίο οργανώνεται από τη «Λάθρα;» – Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου.

Έχουμε πολύ συχνά την εικόνα ότι οι θρησκείες εξελίχθηκαν σε ένα περιβάλλον που οι άνθρω124ποι απλά μεταστρέφονταν ή άλλαζαν την πίστη τους. Πολύ σπάνια στην Ιστορία των Θρησκειών αντιλαμβανόμαστε την ουσία και το ρόλο που έπαιξε η μετανάστευση, στην εξέλιξη, τη διάδωσή τους αλλά και στην ίδια τη συγκρότησή τους. Μια αιτία γι’ αυτό θα μπορούσε να είναι η στατική εικόνα που έχουμε συνήθως για τους πολιτισμούς του ανθρώπου. Λέμε για παράδειγμα: “ο ελληνιστικός κόσμος επηρέασε τον Ιουδαϊσμό” ή “ο Χριστιανισμός προυπέθετε την εξέλιξη του ελληνιστικού κόσμου και συγκρούστηκε με την ελληνιστική παράδοση αλλά στο τέλος συντέθηκαν…”, χωρίς να μπαίνει κάπου ή κάπως ο παράγοντας της κίνησης των ανθρώπων στο προσκήνιο. Στο παρόν κείμενο, που αφιερώνουμε με πολύ χαρά στο 4ο Αντιρατσιστικό φεστιβάλ της Χίου, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε την εικόνα της μετανάστευσης μέσα στα θρησκευτικά κείμενα των μεγάλων μονοθειστικών θρησκειών. Είναι μια εικόνα κοινή και αδιαίρετη, που διαπερνά όλον τον κόσμο ο οποίος σήμερα δοκιμάζεται και υψώνει τείχη και σύνορα και αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με κριτήρια νομιμότητας, σα να πρόκειται για εμπορεύματα.

Ξεκινώντας είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι η ίδια η μετανάστευση είναι πολύ συχνό θέμα σε όλες τις θρησκείες. Ήδη ανοίγοντας την Παλαιά Διαθήκη, θα διαπιστώσει κανείς ότι υπάρχει ένας κόσμος σε αέναη κίνηση. Από τον Αδάμ και την Εύα που εκδιώχνονται από την Εδέμ, ως τον Κάϊν που μας λέει η Γένεσις (4:16) ότι “ἐξῆλθε δὲ Κάϊν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ᾤκησεν ἐν γῇ Ναὶδ κατέναντι ᾿Εδέμ” η μετανάστευση είναι μια σκληρή απόφαση. Εξ’ ου και η γη Ναίδ, “η γη της Φυγ4-antiratsistiko-finalcής”…

Η πρώτη φιγούρα που αντιμετωπίζεται και ζει μια ζωή μετανάστη είναι ο Αβραάμ. Ο Αβραάμ, καλείται από τον Θεό να αφήσει πίσω όλα όσα τον ορίζουν -το λαό του και το νοικοκυριό του πατέρα του- για χάρη μόνο αόριστων υποσχέσεων για ένα νέο όραμα και ζωή με αφθονία. Και ενώ αυτή η μετανάστευση παρουσιάζεται ως αναγκαία για να μπορέσει να υπάρξει ένα νέο μέλλον για την ανθρωπότητα, είναι ο Αβραάμ που υποχρεώνεται στη μετανάστευση έτσι ώστε και οι άλλοι να μπορέσουν να ευλογηθούν από το Θεό. Η νομάδικη ζωή του Αβραάμ και των απόγονων του και η συνεχή κίνησή τους κάνει να ζουν παντού ως ξένοι, ως πάροικοι. Σε όλη τη Γένεση, η λέξη “πάροικος” περιγράφει τον Αβραάμ. “Κατέβη ῞Αβραμ εἰς Αἴγυπτον παροικῆσαι ἐκεῖ, ὅτι ἐνίσχυσεν ὁ λιμὸς ἐπὶ τῆς γῆς” (Γεν., 12:10) μας λέει η ΠΔ. Είναι ο λιμός που αναγκάζει τον Αβραάμ να παροικήσει (πόσο σημερινή είναι αυτή η εικόνα!), ενώ και η Διαθήκη που συνάπτει ο Θεός με τον Αβραάμ, εν μέρει γίνεται ως αναγνώριση αυτής της ιδιότητας του μετανάστη. Τα λόγια είναι συγκεκριμένα, η γη Χαναάν (που υπόσχεται ο Θεός στον Αβραάμ) είναι η γη “ἣν παροικεῖς” (Γεν., 17: 10), ο τόπος δηλαδή στον οποίο τώρα ο Αβραάμ είναι ένας ξένος.

Η ίδια εικόνα, του ξένου, του ανέστιου περνάει και στο Χριστιανισμό και μάλιστα εμπλουτίζεται. Ακόμα περισσότερο από την ΠΔ, τα Ευαγγέλια περιγράφουν ότι ο Ιησούς έζησε πλάνητας, ως ξένος μεταξύ ξένων, μαζί με ανθρώπους που διαβιούσαν στις παρυφές της κοινωνίας. Στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά, ο Ιησούς παρουσιάζεται να γεννήθηκε, κυριολεκτικά, στο δρόμο​​, καθώς οι γονείς του ταξίδευαν για την απογραφή αλλά και στη συνέχεια με τη φυγή στην Αίγυπτο. Τι ήταν άραγε περισσότερο ο Ιησούς των Ευαγγελίων, από ένας πλανόδιος ιεροκήρυκας που στάθηκε στο πλευρό των περιθωριοποιημένων; Ο Ιησούς ταξίδεψε εκτενώς και ενθάρρυνε τους μαθητές του να κάνουν το ίδιο και στην πράξη: “καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστιν μου ἄξιος” (Ματθ., 10: 38) και “Καὶ περιῆγε τὰς κώμας κύκλῳ διδάσκων” (Μαρκ., 6: 6), ενώ η ίδια αόριστη υπόσχεση του Αβραάμ, έχει επαναληφθεί και στους μαθητές “Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς γενέσθαι ἁλιεῖς ἀνθρώπων” (Μαρκ., 1: 17). Ο Ματθαίος μάλιστα μας χαρίζει την πιο αληθινή εικόνα του εκδιωγμένου ανθρώπου: “Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσιν καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ” (Ματθ., 8: 20).

Κατ’ εικόνα του Χριστού και οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν πλάνητες και διωγμένοι. Ο W. Meeks, στην εξαιρετική μελέτη του για τον κοινωνικό κόσμο του Απόστολου Παύλου (2003), μας λέει όχι μόνο ότι ο Παύλος στις περιοδείες του κάλυψε πάνω από 1000 μίλια, αλλά αναγνωρίζει επίσης πως οι πρώτοι Χριστιανοί δεν ήταν ξένοι στην εμπειρία της διαταραχής της ζωής τους που προκαλούνταν από τη βία και τις διώξεις, ακριβώς γιατί ήταν μια θρησκευτική μειονότητα και στοχοποιούνταν εύκολα λόγω των διαφορετικών απόψεων και του τρόπου ζωής τους.

Για το Ισλάμ διαβάζουμε στη μελέτη του Aldeeb Abu-Sahlieh (1996), πως το Κοράνι αναφέρει σε 27 κεφάλαια τον όρο higrah (μετανάστευση) και τα παράγωγά της, ο οποίος όμως μεταφράζεται “να εγκαταλείπει” ή “να αποφεύγει”. Ωστόσο, ο όρος χρησιμοποιείται πολύ συχνά για να υποδηλώσει το γεγονός της φυγής από μια χώρα που είναι κατακτημένη από τους άπιστους, προκειμένου να ενταχθούν στην μουσουλμανική κοινότητα. Ομοίως, λοιπόν, η μετανάστευση αποτελεί τη μήτρα που γέννησε το Ισλάμ. Ο ίδιος ο Μωάμεθ για ξεφύγει από τις διώξεις, έφυγε από τη γενέτειρα πόλη του, τη Μέκκα, τον Σεπτέμβριο του 622 και πήγε στην πόλη καταγωγής της μητέρας του, τη Μεδίνα. Αυτό σηματοδοτεί την έναρξη της ισλαμικής εποχής, της εποχής της Εγίρας, που είναι η εποχή της μετανάστευσης. Εκείνοι που έφυγαν για τη Μεδίνα μαζί με τον Μωάμεθ, εφεξής καλούνταν “muhagirin” (που μεταφράζεται ως μετανάστες). Οι Μουσουλμάνοι που παρέμειναν στη Μέκκα αναγκάστηκαν να σκοτωθούν πολεμώντας εναντίον του, γιατί καταπιέζονταν και εξασκούσαν στα κρυφά τη θρησκεία τους. Με αφορμή αυτό το γεγονός θα γραφτεί ένας σπουδαίος στίχος στο Κοράνι (Κεφάλαιο 4: 97, η μετάφραση δική μας από τα αγγλικά):

“Και θα τους ρωτήσουν (σσ. οι άγγελοι που παρέλαβαν τους νεκρούς μουσουλμάνους) “Σε τι κατάσταση ήσασταν;” και θα απαντήσουν αυτοί “Είμασταν καταπιεσμένοι στη γη” και θα πούν οι άγγελοι “Και δεν ήταν η γη του Αλλάχ ευρύχωρη αρκετά για να μεταναστεύσετε κάπου αλλού;” Γιατί γι’ αυτούς η προσφυγιά (refuge) ήταν Κόλαση και Κακό ο ίδιος ο προορισμός.”

Από εδώ ξεκινά και όλη η μεγάλη παράδοση του Ισλάμ στη μετανάστευση, το κοσμοείδωλο της οικουμένης χωρισμένης στα τρία: Στη γη του Ισλάμ (Dar al-islam), στη γη του πολέμου (Dar al-harb) και στη γη της εκεχειρίας (Dar ‘ahd) (Aldeeb Abu-Sahlieh, 1996). Από αυτό το κοσμοείδωλο όλη τη χιλιετηρίδα μέχρι σήμερα υπάρχουν πολλές διαστάσεις στο αν ο χριστιανικός κόσμος ανήκει στη γη του πολέμου ή τη γη της εκεχειρίας, όμως είναι από τον 15ο αιώνα ως σήμερα ξεκάθαρο, ότι ο μουσουλμάνος που δεν καταπιέζεται σε μια μη μουσουλμανική χώρα και εφόσον δεν υπάρχει συνθήκη πολέμου (ώστε η χώρα αυτή να ανήκει στο Dar al-harb) μπορεί να ζει ειρηνικά χωρίς να θεωρείται ξένος (harbi).

Αν θέλαμε λοιπόν να συμπυκνώσουμε κάπως το τί σημαίνει μετανάστευση, είναι μια σκληρή αλλά πραγματική κίνηση των ανθρώπων που υπάρχει στη ζωή τους από πάντα και η αποτύπωσή της στα ιερά κείμενα είναι τέτοια που τρομάζει (ίσως) με την επικαιρότητά της. Ο άνθρωπος, ο μετανάστης, ο ανέστιος, είναι αυτός που έχει την ανάγκη και την αλληλεγγύη μας, γιατί όλοι μέσα στο βαθύ ποτάμι της ανθρωπότητας είμαστε ανέστιοι και η πατρίδα είναι κάτι που μας στερείται είτε κυριολεκτικά, είτε μεταφορικά. Σε αυτόν τον κόσμο λοιπόν που τα  νακρωτικά κυκλοφορούν πιο εύκολα στα καράβια από τους ανθρώπους και τυγχάνουν καλύτερης μεταχείρισης, η ιδέα των κοινωνιών χωρίς καταπίεση, που να μπορεί ο πλάνητας άνθρωπος να βρει τη δική του “γη Χαναάν” ή γη της εκεχειρίας, ή κάπου απλά να ακουμπήσει το κεφάλι του, είναι μια ιδέα αρχαία που μας περιμένει ακόμα να την κάνουμε πράξη.

Κοπεγχάγη,

14 Ιουνίου 2014