Κείμενό μου που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό”. Παρακαλείστε να οδηγηθείτε και στο σύνδεσμο για να τσεκάρετε αυτή την ωραία προσπάθεια…

Με αφορμή το πρόσφατο κείμενο του Δ. Κεχρή, που θέλησε να συμπυκνώσει μια ορισμένη φιλοσοφική προσέγγιση στο θέμα του έρωτα, νομίζω ότι είναι μια καλή ευκαιρία να γίνει ένας ενδιαφέρον διάλογος πάνω στο ζήτημα, με την ελαφρότητα που μπορεί να έχουν οι συζητήσεις «μεταξύ τύρου και αχλαδιού», αλλά και τη σοβαρότητα του ίδιου του αντικειμένου. Ο Δ.Κ λοιπόν, εξαρχής τοποθετεί τον έρωτα στο πεδίο του «εγγενώς απροσδιόριστου», το οποίο όμως μας επιτρέπει ως ένα βαθμό να το κατανοήσουμε και ξεκινά το επιχείρημά του, με το ότι στο κέντρο του έρωτα υπάρχει η σεξουαλική ενόρμηση.

Εδώ λοιπόν ξεκινά η πρώτη αντίφαση του συγγραφέα: αν είναι κάτι απροσδιόριστο (και μάλιστα εγγενώς), τότε οποιαδήποτε προσπάθεια αιτιοκρατικής κατανόησής του, απλώς, θα καταλήγει πάντα στο κενό. Ας μείνουμε όμως στο απροσδιόριστο του έρωτα για λίγο. Σε ένα πολύ κλασικό χωρίο από το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, η Διοτίμα λέει στον Σωκράτη ότι ο έρωτας δεν είναι μήτε θνητός, μήτε θεϊκός αλλά δαίμων[i]Μάλιστα αναφέρει (Συμπόσιον, 202d, η υπογράμμιση δική μας) ότι γενικά ο δαίμων προορίζεται «να διερμηνεύει και να μεταφέρει στους θεούς όσα προέρχονται από τους ανθρώπους, και στους ανθρώπους όσα προέρχονται από τους θεούς: τις δεήσεις και τις θυσίες των μεν, τις εντολές και τις ανταποδόσεις των δε. Και καθώς βρίσκεται στη μέση, μεταξύ των δύο, συμπληρώνει το κενό, ώστε το σύμπαν να αποτελεί ένα αδιάσπαστο σύνολο». Ο έρωτας λοιπόν ως δαίμων βοηθά, σε αυτό που λέμε στη φιλοσοφική γλώσσα, «κοινωνικό όλον» ή «ολότητα».

Αν θέλουμε τώρα να περάσουμε στον άνθρωπο τότε δε μένει να παρατηρήσουμε ότι ο έρωτας είναι εκείνη η ιδιαίτερη έκφραση της ανθρώπινης προσωπικότητας, που σε συνδυασμό με ορισμένες αντιδράσεις από το άμεσο περιβάλλον βοηθά να συμπληρώνεται αντίστοιχα το κενό στην ανθρώπινη ύπαρξη και να γίνεται ο άνθρωπος μια ολότητα, μια «κοινωνική ύπαρξη» κατά τον Μάρξ. Και μια που έγινε αναφορά στον γερο-Κάρολο να θυμίσουμε ότι έχει αναφέρει για τις ανθρώπινες σχέσεις[ii] πως (Marx, 1988: 100, μετάφραση και υπογράμμιση δική μας) «Σε αυτή τη σχέση (ενν. τη φυσική ένωση μεταξύ άνδρα και γυναίκας)  αποκαλύπτεται, επίσης, στο βαθμό στον οποίο η ανάγκη του ανθρώπου έχει γίνει  μια ανθρώπινη ανάγκη. Στο βαθμό στον οποίο, ως εκ τούτου, το άλλο πρόσωπο ως ένα άτομο έχει γίνει γι” αυτόν η ανάγκη. Στο βαθμό, στον οποίο ο ίδιος στην ατομική ύπαρξη του είναι ταυτόχρονα μια κοινωνική ύπαρξη».

Ο έρωτας λοιπόν στον μαρξιστικό κόσμο προσγειώνεται στο κοινωνικό επίπεδο. Είναι μια ανάγκη, η οποία συμβάλλει στην ατομική ύπαρξη για να ολοκληρωθεί ως κοινωνική ύπαρξη. Ταυτόχρονα όπως ο «δαίμων» της Διοτίμας, έρχεται να κάνει τη γέφυρα μεταξύ των ανθρώπων που πλέον δεν είναι ατομικές οντότητες αλλά πρόσωπα που στο κάθε ένα από αυτά συγκεντρώνονται οι κοινωνικές σχέσεις. Αυτό το ιδεατό μαρξιστικό σχήμα είναι που ανάγει τον άνθρωπο ως παράγοντα και (ταυτόχρονα) ως προϊόν της ολιστικής σχέσης του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Αυτό εντείνει λοιπόν ακόμη περισσότερο την απροσδιοριστία του έρωτα: κάθε φορά είναι ένας άλλος ακριβώς γιατί κάθε φορά η διάδραση ανθρώπου – περιβάλλοντος είναι μια νέα διάδραση.

Συνεπώς λοιπόν ο έρωτας, ναι είναι εγγενώς απροσδιόριστος και δεν έχει κανένα κέντρο. Πόσο δε μάλλον την σεξουαλική ενόρμηση, συλλογιστική που θέλει τον έρωτα ως «τη σταδιακή διόρθωση ενός γενετικού δρομολογίου», γιατί  «οι ερωτικές προτιμήσεις τείνουν να προκαλούν το αίσθημα συμπλήρωσης». Το αίσθημα συμπλήρωσης υπάρχει τη στιγμή που ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο: ακριβώς επειδή η διαδικασία του έρωτα είναι η διαδικασία της αναγνώρισης του εαυτού, που πραγματώνεται εν σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Γι αυτό, εκφράσεις όπως, «ο καθένας αναζητεί στον άλλον τις ιδιότητες εκείνες που του λείπουν ή τις ατέλειες που είναι αντίθετες από τις δικές του» είναι μάλλον κακά στερεότυπα του σήμερα και βασίζονται στην κυρίαρχη αντίληψη του έρωτα και στην εργαλειακή χρήση του, αλλά δε νομίζω ότι υπάρχουν στην καθ’ εαυτήν ερωτική στιγμή. Ένα «ερωτικό συμβάν» μπορεί να γίνει μέσα από πολλούς δρόμους, χωρίς κατ’ ανάγκη να παρεμβάλλονται τα «αντίθετα που έλκονται», ενώ το πάθος μπορεί κάλλιστα να είναι ακριβώς γιατί υπάρχουν παραπληρωματικά και όχι συμπληρωματικά χαρακτηριστικά. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ερωτεύτηκαν με πάθος κάποιον ακριβώς επειδή τους θύμιζε τον εαυτό τους.[iii]

Εδώ εμφανίζεται ένα ερώτημα: ποια είναι η χρήση του έρωτα στο σημερινό κοινωνικό περιβάλλον;Είναι προφανές ότι ο έρωτας σε μια βαθιά εξουσιαστική κοινωνία όπως η σημερινή[iv], είναι ένα από τα μέσα που βοηθά ώστε να εμπεδώνονται οι εξουσιαστικές σχέσεις. Ο έρωτας παίρνει τη μορφή βίας, εκμετάλλευσης ή και συμπλήρωσης των αντιθέτων πάντα μέσα από ένα εξουσιαστικό πλέγμα: το Χ ανθρώπινο ον είναι υποτελές στο Ψ ανθρώπινο ον, καθώς αποτελεί «αντικείμενο πόθου» ή το αντίστροφο κ.ο.κ. Και μόνο η κατηγοριοποίηση ενός ανθρώπου ως «αντικειμένου πόθου/λατρείας» φτάνει για να αναδείξει το στρεβλό του ζητήματος κατά τη γνώμη μας.

Είναι λοιπόν σαφές ότι ο έρωτας δεν υπόκειται σε καμία βιολογική ανάγκη ή υπολογισμό, δεν είναι εκτροπή του ενστίκτου της αναπαραγωγής καθώς είναι αντανάκλαση μιας κοινωνικής εικόνας: είναι αντανάκλαση του συλλογικού ανθρώπου κάθε εποχής, στην ατομική ύπαρξη και τούμπαλιν. Ερωτευόμαστε, με λίγα λόγια, και κάνουμε σεξ, όπως καθορίζουμε και μας καθορίζει το περιβάλλον μας. Ερωτευόμαστε με βάση προϋπάρχοντα πρότυπα ή σε αντίθεση με αυτά, αλλά πάντα εντός μιας δοσμένης κοινωνικής κατασκευής. Το δυστυχές με αυτή την κατάσταση είναι ακριβώς ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στην πρώτη φορά που ένας άνθρωπος «ερωτεύτηκε» έναν άλλον για να διορθώσουμε την κοινωνική αυτή κατασκευή.

Εδώ έρχεται ένα ακόμη ερώτημα: ποια η θέση της επιθυμίας; Ο Δ.Κ είναι ξεκάθαρος, η επιθυμία είναι διαλεκτικά συνδεδεμένη με το «αντικείμενο του πόθου». Ο άνθρωπος, κατά τον Δ.Κ, πιστεύει πως «η φυσιολογική αναπαραγωγική ανάγκη μπορεί να πραγματωθεί στην πληρότητά της με ένα συγκεκριμένο ταίρι μέσω της κατάκτησης του οποίου θα αποκτήσει νόημα η ύπαρξή του» μέσα από μια ψευδαίσθηση (την οποία βρίσκει στον κεραυνοβόλο έρωτα). Και συνεχίζει η ανάλυση ότι τελικά ο έρωτας, ως πολεμική διαδικασία -εδώ γίνεται η αναγκαία αναφορά στον Sartre- «πρόκεται για μια μορφή οικειοποίησης πιο σύνθετη από την απλή επιθυμία να κυριαρχήσουμε πάνω σε κάποιον. Αυτό που πραγματικά επιθυμούν οι εραστές είναι να συντρίψουν την ελευθερία του άλλου».

Αν και θα μπορούσα να συμφωνήσω σε πολλά με το πώς παρουσιάζεται ο έρωτας, θεωρώ εξόχως προβληματική αυτήν τη θέαση της επιθυμίας ως «επιθετική». Η επιθυμία να «συντρίψει ο ένας την ελευθερία του άλλου» είναι μια επιθυμία μέσα από παραμορφωτικό καθρέφτη, όπως περιγράψαμε παραπάνω. Θέλουμε να «σκλαβώσουμε» γιατί είμαστε δέσμιοι καταπιεστικών σχέσεων. Η ανθρώπινη επιθυμία εν τούτοις συνήθως εκφράζεται με την εκπλήρωση των άμεσων προσωπικών αναγκών. Εδώ πρέπει να θυμίσουμε ότι ο ψυχισμός δεν είναι συνολικά έμφυτος, αλλά είναι ένας σπόρος που όπως τον καλλιεργείς βλαστάνει ή για να μιλήσουμε λακανικά είναι δομημένος σαν γλώσσα. Συνεπώς η ανθρώπινη επιθυμία είναι πάντα κάτι μέσα στον άνθρωπο και όχι έξω από αυτόν και δυστυχώς μια βεβαίωση, πόσο μάλλον τεκμηρίωση, της πολεμικής φύσης της υπερτονίζει παρά διαλύει την κυρίαρχη εικόνα για τον έρωτα, ως αυτό που στα ελληνικά αποδίδεται υπέροχα με τη λέξη «καψούρα».

Τελικά ο έρωτας είναι κάτι που παράγει μόνο πάθος και στην ακραία του μορφή ερωτικά εγκλήματα αλλιώς δεν είναι έρωτας; Φυσικά και όχι. Ο έρωτας είναι μια δεδομένη γέφυρα, είναι η θετική δυναμική που δίνει σε δυο ατομικές υπάρξεις τη δυνατότητα να γίνουν πρόσωπα και να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον. O Jaspers λέει ότι για να συλλάβουμε το υπερβατικό πρέπει να βυθιστούμε στο βάθος του έμφυτου. Αυτή την αναγκαία υπαρξιακή κατάσταση, τη γέφυρα δηλαδή μεταξύ υπερβατικού και έμφυτου μπορεί να τη δώσει ο έρωτας, συνεπώς δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι κάτι τόσο επιθετικό και αρνητικό αλλιώς θα ήταν καταδικασμένη πάντα η ανθρώπινη ύπαρξη να τσακίζεται και τότε δεν θα υπήρχαν ποτέ ευτυχισμένοι, ερωτευμένοι άνθρωποι, παρά μόνο ναυάγια των ερωτικών απορρίψεων.

Για να χρησιμοποιήσουμε ένα εξαιρετικό σχήμα του Berdyaev (1949: 100, η μετάφραση δική μας): «Ο άνθρωπος έχει λίγη χωρητικότητα και ταυτόχρονα  μπορεί να βρει χώρο για  όλο το σύμπαν. Είναι μια ζωντανή αντίφαση, ένα ανακάτεμα του πεπερασμένου και του άπειρου. Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος συνδυάζει μεγαλοπρέπεια και χυδαιότητα».

Συνεπώς πρέπει να συμφωνήσουμε ότι ζούμε σε μια κατάσταση που διαχωρίζει συνεχώς τα συναισθήματα από τις επιθυμίες και προάγει την αφηρημένη σκέψη αντί της συγκεκριμένης ανάλυσης και βίωσης της πραγματικότητας. Ζούμε μια εποχή στην οποία ολόκληρη η ψυχική ζωή του ανθρώπου είναι αναγκασμένη να περνάει μέσα από μια συνθετική πράξη, η οποία δημιουργεί την ανθρώπινη εικόνα. Αυτή ακριβώς η διαδικασία είναι που ανάγει τη συναισθηματική ζωή σαν το βασικό γεγονός και το υπόβαθρο της ανθρώπινης ζωής και δίνει κεντρικό ρόλο στον έρωτα. Συνεπώς ο έρωτας είναι ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξης και ως τέτοιος δεν μπορεί για κανένα λόγο να είναι οιωνεί ορμέφυτος από το ένστικτο της αναπαραγωγής ή δέσμιος ενός ανεκπλήρωτου πάθους που ποτέ δεν τελειώνει.

Για το τέλος αφήσαμε ένα σημείο. Ο έρωτας είναι η γέφυρα, όμως η ουσία της συζήτησης δεν είναι ο έρωτας αλλά αυτό που πραγματικά ολοκληρώνει τη διαδικασία της δημιουργίας του ανθρώπου ως πρόσωπο, σε σχέση δηλαδή με έναν άλλον άνθρωπο και αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από την αγάπη. Η αγάπη είναι εκείνο το συναίσθημα που δίνει το σωστό περιεχόμενο στον έρωτα και η δικλείδα ασφαλείας για να αποτρέπεται η εκτροπή του μόνο σε σαρκική ένωση. Η αγάπη όμως έχει προϋποθέσεις και κυρίως είναι δύσκολη η κατάκτησή της. Αν πρέπει να μιλήσουμε ξανά για τον έρωτα ως κινητήρια δύναμη, τότε πρέπει να μιλήσουμε και για το καύσιμο. Μια αγάπη όπως χρειάζεται σε κάθε άνθρωπο: μακρόθυμη, ευεργετική και ωφέλιμη, μακριά από ζήλια και ξιπασιά, ταπεινή και ανιδιοτελή.[v] Πριν κάτσουμε να θυμηθούμε πόσες γυναίκες/άνδρες καψουρευτήκαμε με πάθος και είπαμε «σ’αγαπώ» μόνο για να εισπράξουμε το «κι εγώ» σαν απάντηση ή πόσες φορές ο έρωτάς μας μετρήθηκε σε περιφέρεια στήθους, γλουτών και χρώμα ματιών, ας θυμηθούμε αν ερωτευτήκαμε ένα άγγιγμα ή μια τυχαία στιγμή, έναν άνθρωπο για ό,τι μας έδωσε χωρίς να το ζητήσουμε. Αν φιλήσαμε ή χαϊδέψαμε ποτέ ένα κορμί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτό ταυτόχρονα είχε «υποχρέωση» να μας επιστρέψει πίσω την ικανοποίηση. Μόνο και μόνο για να δούμε τη χαρά ή την ηδονή στα μάτια του/της και να ικανοποιήσουμε αυτή την ανάγκη: ότι μοιράσαμε ευτυχία γιατί μπορούσαμε, γίναμε ψωμί να μας φάνε και νερό για να ξεδιψάσουν και γιατί πήραμε κι εμείς κάτι πίσω σε ανύποπτη στιγμή.

Σε τέτοιες στιγμές πρέπει να μετράμε πόσες φορές ανεβήκαμε τη σκάλα του έρωτα προς τα πάνω, προς το υπερβατικό, το κάτι καλύτερο κι όχι προς τα κάτω, την απογοήτευση και τον πόνο, την αλλοτρίωση και το ξόδεμα. Αν θέλουμε να νοηματοδοτήσουμε τον έρωτα τότε πρέπει να τον πούμε ζωή και δημιουργία και γέλιο και ομορφιά και ελευθερία της ένωσης μέσα από την ελευθερία της επιλογής. Όχι άλλη καψούρα…


[i] Για την έννοια του δαίμονος στην αρχαία Ελληνική γλώσσα μπορεί κανείς να αναζητήσει διάφορες μελέτες Ηθικής Φιλοσοφίας. Η πιο διαδεδομένη ερμηνεία είναι αυτή της συνείδησης και συνδέεται με το «ήθος ανθρώπω δαίμων» του Ηράκλειτου.

[ii] Για οικονομία χώρου, δεν θα επεκταθούμε σε ανάλυση για τις σχέσεις, το κοινωνικό φύλο κλπ. Θα αρκεστούμε ότι στην εξίσωση του Μαρξ «φυσική σχέση = άνδρας + γυναίκα» για εμάς είναι καλύτερα τα φύλα να αντικατασταθούν με «ανθρώπινο ον + ανθρώπινο ον» (χωρίς άλλους προσδιορισμούς).

[iii] Γιατί εκτός από τα ετερώνυμα που έλκονται, υπάρχει και η εκδοχή του «όμοιος, ομοίω αεί πελάζει»

[iv] Όπως όλες όσες προηγήθηκαν, αλλά ας μείνουμε στο σήμερα…

[v] Για να αναφέρουμε μόνο λίγα από τα χαρακτηριστικά που απαριθμεί ο Απ. Παύλος στην Προς Κορινθίους Α’ επιστολή του, που είναι ίσως η πιο ολοκληρωμένη ανάλυση του συναισθήματος της αγάπης.

Βιβλιογραφία

Στεφανόπουλου, Τσιτσιρίδη, Αντζουλή, Κριτσέλη, (2012). Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Διαθέσιμο εδώ: http://www.greek-language.gr/Resources/ancient_greek/anthology/literature/index.html

Berdyaev, N. (1949). The Divine and the Human (transl. R.M. French). London: Geoffrey Bles

Marx, K. (1988). Economic and Philosophic Manuscripts of 1844 (transl. Martin Milligan). NY: Prometheus Books