“Τους παραλαβαίνουν τα εκτελεστικά αποσπάσματα
Κι οι άλλοι ετοιμάζονται
Και οι φυλακές δεν αδειάζουν
Κι όπως αυτοί
Το ίδιο και οι άλλοι
Γράψανε τα ονόματά τους στους τοίχους που μοιάζουν με σελίδες δόξας που κρέμονται πάνω απ τον ουρανό”

Νικηφόρος Βρεττάκος (από την “Καταχνιά”)

Ο Νίκος Πλουμπίδης αποτελεί μοναδική περίπτωση κομμουνιστή και αγωνιστή ανθρώπου στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Παρόλο που έχουν χυθεί τόνοι μελάνης συζητώντας γύρω από το πως προδόθηκε, και αν, από το ΚΚΕ, πως έπεσε θύμα της εσωτερικής κατάστασης στην Ελλάδα της μετεμφυλιακής περιόδου, των αντιμαχόμενων γραμμών στο Κόμμα κοκ, είναι πολύ λίγες οι αναφορές σε αυτό που έκανε ο Πλουμπίδης ως παράδειγμα αγωνιστή. Στη στάση του δηλαδή κατά την περίοδο πριν τη σύλληψή του, μέχρι την εκτέλεσή του, την 14η Αυγούστου του 1954. ploumpidhs

Η πιο γνωστή αφήγηση τον θέλει αταλάντευτο, ατσάλινο, βαθιά πειθαρχημένο. Η εικόνα του ήρωα που δε λυγίζει κάτω από καμία δυσκολία, είναι καλλιεργημένη στο “μαρτυρολόγιο” του ΚΚΕ και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας ορισμένης εκδοχής της αριστερής σκέψης. Ο “αταλάντευτος άνθρωπος” που είναι φτιαγμένος να μην έχει συναίσθημα, παρά μόνο ένα αέναο καθήκον, είναι μια εικόνα βολική ακριβώς γιατί είναι άπιαστη. Ο ήρωας Πλουμπίδης, είναι ήρωας ακριβώς για τους αντίστροφους λόγους: γιατί είχε συναισθήματα και βούτηξε και πειθάρχησε πάνω τους, όχι γιατί δεν είχε καθόλου. Υπάρχουν τρεις μεγάλες στιγμές στη ζωή του Ν. Πλουμπίδη που δείχνουν ακριβώς αυτό. Ότι έγινε αυτός που έγινε γιατί είχε μια υλιστική και λογική προσέγγιση και όχι μια χιλιαστική πίστη η οποία είναι τυφλή και μανιώδης.

Ο Πλουμπίδης, ο “κόκκινος δάσκαλος” όπως ήταν γνωστός ήδη πριν από τον Β’ ΠΠ, αποτέλεσε ηγετική φιγούρα κομμουνιστή του Μεσοπολέμου: από μικρός στη συνδικαλιστική δράση και στο δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα ως δάσκαλος, παύεται από τα καθηκοντά του το 1931. Η πρώτη μεγάλη του στιγμή είναι η μοναδική Γενική Πολιτική Απεργία στην Ελλάδα, στις 5 Μάρτη 1943, που ακυρώνει την πολιτική επιστράτευση από τους Ναζί. Μια μέρα πριν μαθαίνει  ότι θα ανακοινωθεί η Επιστράτευση και σε λιγότερο από 24 ώρες έχει βάλει σε δουλειά (χωρίς πρότερη συνεννόηση με την ΚΕ του ΚΚΕ) όλη την κομματική βάση στην Αθήνα. Αυτό δεν ήταν μια τυχαία παρόρμηση, αλλά μια πραγματική διεισδυτική ματιά στην πραγματικότητα: πράγματι την επόμενη μέρα νέκρωσαν τα πάντα και ο λαός πέτυχε μια μεγάλη νίκη.

Η δεύτερη σπουδαία στιγμή του Πλουμπίδη είναι η ΕΔΑ. Όχι μόνο πρωτοστατεί στη δημιουργία της ΕΔΑ, αλλά είναι αυτός που πολεμά μέχρι τέλους να συμπεριληφθούν ως υποψήφιοι βουλευτές, αυτός κι ο Μπελογιάννης, μαζί με εξόριστους και φυλακισμένους Το ΚΚΕ, μη εμπιστευόμενο την ΕΔΑ, είχε ήδη βέβαια καταρτίσει και άλλον συνδυασμό για να κατέβει στις εκλογές, με όνομα “Πανδημοκρατικός Συναγερμός”, τον οποίο χρησιμοποιούσε παράλληλα ως ομάδα πίεσης. Τελικά διάφορες ατυχίες και η επιμονή στελεχών από την ΕΔΑ και άλλων εξόριστων και φυλακισμένων που είχαν κι αυτοί τη δική τους ομάδα πίεσης (βλ. Νίκανδρος Κεπέσης, Μανώλης Γλέζος κλπ) ακυρώνουν την υποψηφιότητα Μπελογιάννη-Πλουμπίδη. Ο Πλουμπίδης τότε βοηθά στη συνοχή και στην παραμονή στην ΕΔΑ. Και πάλι η υλιστική του ματιά είναι πιο βαθιά από τον καθ’ έξην τακτικισμό της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Η τελευταία σπουδαία στιγμή του Πλουμπίδη είναι η αυτοθυσία του για τον Μπελογιάννη. Και πάλι, όχι μόνο η ηγεσία του ΚΚΕ αλλά και διάφοροι όψιμοι και πρώιμοι “απολογητές της εποχής Ζαχαριάδη”, βλέπουν ως ατελέσφορη την κίνηση Πλεπιστολήουμπίδη. Η επιστολή του για να σωθεί ο Μπελογιάννης -λένε πολλοί- πως ήταν μια κίνηση απελπισίας, μια τρέλα που θα έδινε στον αντίπαλο την πρωτοβουλία των κινήσεων καθώς θα του αποκάλυπτε τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ. Τελικά, λένε οι ίδιοι εντός κι εκτός ΚΚΕ, κι ο Πλουμπίδης με βάση τα στοιχεία και μόνο, ήταν αναμενόμενο να κριθεί ως χαφιές. Όμως τα στοιχεία ποτέ δεν είναι ουδέτερα και ο Πλουμπίδης σε αυτή τη στιγμή μεγαλείου στέκεται όπως γράφει ο Απ. Παύλος στην Προς Τιμόθεον Β’ (2: 15): “εργάτης που δε φοβάται μήπως ντροπιαστεί, ακολουθώντας τον ορθό δρόμο στο κήρυγμα της Αλήθειας”. Τη στιγμή που ο Μπελογιάννης έχει συλληφθεί είναι 37 χρονών και υγιέστατος, ενώ ο Ν. Πλουμπίδης ήταν 50 με 20 χρόνια φυματίωσης και φυλακών στην πλάτη και έναν πνεύμονα μόνο, λειτουργικό. Ο Ν. Πλουμπίδης όχι μόνο είδε το χτύπημα του Κράτους να έρχεται, αλλά υπολόγισε και το μικρότερο κακό: ο ίδιος και να πέθαινε πια μικρή σημασία είχε, όμως ένας ελεύθερος Μπελογιάννης θα μπορούσε να ξαναστήσει το Κόμμα στα πόδια του στις δύσκολες εκείνες ώρες. Ποια μεγαλύτερη προσφορά στο ΚΚΕ και στο λαϊκό κίνημα θα μπορούσε κανείς άλλος να σκεφτεί, παρά την ίδια τη ζωή και την υπόληψή του, ως λίπασμα για τους αγώνες της επόμενης περιόδου; Κάπου εδώ κολλάει -πόσο ειρωνικά- και το αγαπημένο τσιτάτο του Ν. Ζαχαριάδη: “Την τιμή δεν μπορούν να σου την αφαιρέσουν. Την τιμή μπορείς μονάχα να τη χάσεις”.

Έτσι ο μοναδικός αυτός άνθρωπος, δεν πέθανε κηλιδωμένος και χαφιές. Εκτελέστηκε από ένα μετεμφυλιακό κράτος-τιμωρό, πολεμώντας όρθιος ακόμα και την τελευταία στιγμή. Έγινε ήρωας γιατί πολλές φορές -κι αυτό φαίνεται από τα προσωπικά του σημειώματα και το αρχείο- είπε το “παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο” και άλλες τόσες στάθηκε με υψηλό φρόνημα. Η στιγμή που αναφέρει ότι “το Πολιτικό Γραφείο ασφαλώς είχε ενδείξεις εναντίον μου, είχα  παραβιάσει ρητές εντολές του που εξεταζόμενες γενικά και αόριστα είναι ενδείξεις όχι μόνο υπόπτου, αλλά ενδείξεις χαφιέ ή τουλάχιστον χαλασμένου”, είναι μια στιγμή τραγική και ταυτόχρονα υψηλή και ηρωική. Ο Πλουμπίδης αναγνωρίζει όχι το Κόμμα σαν μια υπερβατική θεότητα, αλλά την αλήθεια ως μια ολότητα τέτοια που, αργά ή γρήγορα, θα αποκατασταθεί. Για την πάλη των συναισθημάτων του και την -τόσο ανθρώπινη- πλευρά του αρκεί η δική του μαρτυρία, πάλι, από το δικαστήριο, όταν είδε το γιο του:

“Έπνιξα τη θύελλα που φούσκωνε μέσα μου, άναψα τσιγάρο για να κρύψω το βούρκωμα των ματιών μου, συγκρατήθηκα, έμεινα ψύχραιμος, γελαστός. Δεν φίλησα το γιο μου ούτε και τον χάιδεψα. Φοβήθηκα μήπως δεν μπορέσω να συγκρατηθώ. Τον χτύπησα λίγο στην πλάτη και τον έδιωξα γρήγορα. Εκείνη την ημέρα έχασα το κέφι μου ακόμα και τη διαύγεια του μυαλού μου τόσο που δεν καταλάβαινα τους μάρτυρες και δεν έκανα σχεδόν ερωτήσεις. Στο μυαλό κυριαρχούσε η εικόνα του παιδιού μου που δεν θα το ξανάβλεπα, που δεν θα το χάιδευα ποτέ”

Αυτή ακριβώς η κατανίκηση του συναισθήματος, η υπέρβαση της παρόρμησης, είναι η πραγματική στόφα του ήρωα. Ήρωας δεν είναι ο υπερ-άνθρωπος ή ο απάνθρωπος -όπως θέλει η συνήθης “αγιογραφία” των ηρώων στην αστική αλλά και σε πτυχές της κομμουνιστικής σκέψης- αλλά εκείνος που στάθηκε άνθρωπος από την αρχή ως το τέλος. Γι’ αυτό και η στιγμή της εκτέλεσης του Ν. Πλουμπίδη είναι η κορύφωση μιας παραδειγματικής πορείας:

Αρνήθηκε τη Θεία Μετάληψη ως άθεος και ενάντιος στον θεσμό της Εκκλησίας…

Αρνήθηκε να πει τον Εθνικό Ύμνο ή κάτι ανάλογο και τραγούδησε τη “Διεθνή”, πιστός στο όραμα για την παγκόσμια κοινωνία των ελεύθερων ανθρώπων…

Αρνήθηκε να μην κοιτάξει την ανατολή και να μη δει στα μάτια τους φονιάδες του….