*στίχος από το ποίημα του Ν. Καρούζου “Ο δεύτερος θάνατος”

Το ιστολόγιο έχω μήνες να το ανανεώσω, κυρίως λόγω πολλών προσωπικών ενασχολήσεων με άλλα πράγματα και έλειψης υγιούς έμπνευσης. Η, μετά τόσων μηνών, πρώτη ανάρτηση βέβαια δεν θα είναι ακριβώς ευχάριστη. Αιτία υπήρξε η περίφημη αντιπαράθεση που ξέσπασε στο Διαδίκτυο και τα ΜΚΔ (Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης) για το γκραφίτι στο “ιστορικό κτίριο” του Πολυτεχνείου, στη Στουρνάρη και Πατησίων γωνία.

Δεν είναι δύσκολο να ανιχνεύσει κανείς το επιχείρημα της μιας ή της άλλης πλευράς: βιβλιοθήκη Πολυτεχνείο

Η μια πλευρά, βλέπει το κτίριο ως μνημείο που βανδαλίστηκε, μια παρέμβαση που ξεπερνά τα όρια, που χτυπάει ευθέως την κυρίαρχη αισθητική. Πολλοί μιλούν για μουντζούρα ή αντεπιτίθενται, προτάσσοντας το “γνήσιο γκραφίτι” έναντι του ανοσιουργήματος κλπ.

Η έτερη πλευρά από την άλλη, μιλάει για απεριόριστη καλλιτεχνική ελευθερία, για οργή που εκφράζεται, για αριστούργημα για, για…. Φυσικά και ανάμεσα στις δυο απόψεις παίζουν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί και σκέψεις.

Με λίγα λόγια, υπάρχει πάντα στη συζήτηση ένα όριο, το οποίο ο καθένας το τοποθετεί όπου νομίζει, και έχει να κάνει με το κατά πόσο ένα έργο Τέχνης είναι ένα εργο αναντικατάστατο και μοναδικό, που πάνω του δεν μπορούμε να απλώσουμε το χέρι μας, γιατί ως αναντικατάστατο χάνεται από μια πιθανή εφήμερη στιγμή και δεν ξαναφτιάχνεται. Σαν οριακή συνθήκη θα φέρουμε το εξής παράδειγμα: Θα μας άρεσε ένα γκραφίτι στον Παρθενώνα;

Εδώ θέλω να βάλω λίγες σκέψεις σε μια σειρά. Πρέπει να ξεχωρίσουμε τον αυθεντικό βανδαλισμό τύπου ISIS, που εξαφανίζει αγάλματα της ύστερης Ασσυριακής περιόδου γιατί δεν είναι μουσουλμανικά, με μια -ας πούμε- προσωρινή (εφόσον επανορθώνεται αν χρειαστεί) “ασέβεια” πάνω σε δυο τοίχους. Θα πάω ακόμα παραπέρα αυτή τη σκέψη, γιατί αφορά κυρίως την Αρχιτεκτονική ως τέτοια. Υπήρξε ιστορικά βίαιη μετατροπή στην χρήση, για παράδειγμα, αρχαίων ναών για να χτιστούν χριστιανικοί, σε πλείστες όσες περιπτώσεις από τον 5ο αιώνα μ.Χ ως και σήμερα. Επίσης έχουμε παράδειγμα από τα χρόνια της ΕΣΣΔ όπου είχαμε τη χρήση χριστιανικών εκκλησιών μνημειακού χαρακτήρα (από την εποχή του εκχριστιανισμού των Ρως) ως κτίρια πολιτισμού της Κομσομόλ, ως γραφεία, ως αποθήκες κοκ. Συνεπώς βλέπουμε ότι το κτίσμα, ως τέτοιο, εφόσον καταλαμβάνει δημόσιο χώρο, επιτρέπει μια λειτουργική χρήση η οποία δεν αποτελεί μια “καταστροφή” αλλά μάλλον μια δημιουργική ανάπλαση, που βασίζεται στην ίδια λογική με το “παλίμψηστο”. Με την ίδια λογική η παλιά και κατεστραμμένη Βίλλα Αμαλία, στέγαζε για τόσα χρόνια ανήσυχους πολιτικοποιημένους ανθρώπους και πολιτισμό, για παράδειγμα. Όμως -σαν να κουδουνίζει το επιχείρημα στ’ αυτιά μου- το γκραφίτι αυτό είναι “άσχημο”, δεν είναι “αντικειμενικά ωραίο”. De gustibus et coloribus non est disputandum, ελεγαν οι Λατίνοι και μάλλον πρέπει να μην το ξεχνάμεκι αυτό.

Ξαναγυρνώντας τη σκέψη μου στους ιερούς ναούς που “βεβήλωσαν” οι κομσομόλοι στην ΕΣΣΔ, σκέφτομαι πως ήρθε πάλι ο καιρός και ξανάγιναν ναοί. Από την άλλη, ο Παρθενώνας -ως αποστειρωμένο μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς- έγινε συνώνυμο του syrtaki, mousaka, greek lover, ενώ στον 18ο αιώνα ήταν πλήρως λειτουργικός ως τζαμί. Το μυστικό εδώ είναι στη διαχρονία. Σε αυτό που ο πολιτισμός κάθε εποχής χρησιμοποιεί σημεία από προηγούμενες εποχές ως αναγκαία κτίσματα γιατι απλά υπάρχουν εκεί. Η μετανεωτερική τέχνη, που αναπτύσσεται στις μεγαλουπόλεις και έχει ως σημαία την ασέβεια και την παρέμβαση στη δημόσια σφαίρα ως αντίσταση στην “πόλη που καταναλώνει τον εαυτό της” -πόσο όμορφος κι αληθινός εδώ ο Γκυ Ντε Μπορ!- δεν θα μπορούσε παρά να πάρει τη μορφή του γκραφίτι πάνω στο κτίριο Στουρνάρη και Πατησίων γωνία. Όποιαδήποτε άλλη μορφή θα ήταν απλή αναπαράσταση της κοινής γλώσσας της κοινωνικής απραξίας.

Για το τέλος, μια επισήμανση. Η Τέχνη δεν είναι μόνο λογική ή αισθητική. Δεν την αντιλαμβανόμαστε με τα μάτια μας ή με το μυαλό μας αποκλειστικά. Είναι και εμπειρία και βίωμα και “νιώσιμο”. Γιατί ο άνθρωπος υπερβάλλει τον άνθρωπο, όπως είχε γράψει κάποτε ο Πασκάλ. Είναι κρίμα να στεκόμαστε λοιπόν στο τί βλέπουμε κι όχι στο τι μας βγάζει αυτό που συμβαίνει. Αλλιώς να κλείσουμε τα πάντα σε γυάλες και βιτρίνες, να αποστειρώσουμε την τέχνη από το μικρόβιο της αμφισβήτησης, από την ανάγκη της απολύτρωσης και να σχεδιάζουμε στα προγράμματα τύπου autocad, υπολογίζοντας με αυστηρό τρόπο τα λογιστικά έξοδα σε υλικά και χρόνο. Μπορούμε βέβαια να οραματιστούμε και τρένα πολύχρωμα, γεμάτα ζωγράφους, ποιητές, μουσικούς και φιλοσόφους που θα διαχέουν Τέχνη στους αγρότες και τους εργάτες αυτού του κόσμου και ανάποδες σπείρες που κοιτάν να φτάσουν το Άπειρο και όμορφα πράγματα, ακόμα κι αν απο κοντά μοιάζουν ασπρόμαυρες μουντζουρες…

Advertisements