Παρακάτω ακολουθεί εκτεταμένο απόσπασμα από το βιβλίο “Κάτι λείπει” των  Er. Bloch-Th. Adorno (μτφρ. Στ. Ροζάνης, εκδ. Έρασμος, Αθήνα, 2000, σελ. 21-22). Μιλάει ο Ernst Bloch και απαντά στην ερώτηση αν “ό φόβος των ανθρώπων γιά τόν θάνατο, ό φόβος γιά τό γεγονός πώς θά πρέπει νά πεθάνουν, άποτελεΐ blochτήν πιό βαθειά καθώς και την πιό γνήσια ρίζα της ουτοπικής σκέψης”. Νομίζω ότι συμπυκνώνει την βασική διδασκαλία περί Θανάτου και Ανάστασης από ορθόδοξη σκοπιά κι ας μην υπήρξε ορθόδοξος ο ίδιος, βάζοντας το ουτοπικό-εσχατολογικό στοιχείο στην πρώτη γραμμή της ανάλυσής του.

“Ή έγνοια γιά τόν θάνατο έμφανίζεται σέ δύο περιοχές: στή μιά περίπτωση, έμφανίζεται, στήν ιατρική, όπου είναι πρακτική, εμπειρική ή έπαγγελματική, άς ποϋμε· στήν άλλη, στή θρησκεία. Ο χριστιανισμός θριάμβευσε κατά τούς πρώτους αιώνες της παρουσίας του μέ τήν κραυγή: «Είμαι ή ανάσταση καί ή ζωή!» Θριάμβευσε μέ τήν Έπί τοΰ “Όρους ‘Ομιλία καί μέ τήν έσχατολογία. Πράγματι, ό θάνατος απει­κονίζει τήν σκληρότερη άντι-ουτοπία. Τό κάρφωμα τοΰ φερετρου βάζει τέλος σ’ όλες μας τίς ατομικές πράξεις μιά γιά πάντα. Μ’ άλλα λόγια καταλύει κι αυτό πού προϋπήρξε. Καί πότε λοιπόν υπήρξε κάτι άλλο; Υπάρχει από τον Βολταιρο μιά εικόνα απόγνωσης — ή απόλυτη απόγνωση ενός ναυαγοϋ πού κολυμπάει στα κύματα καί παλεύει κι άγωνια γιά τή ζωή του όταν παίρνει τό μήνυμα πώς αυτός ό ωκεανός όπου βρίσκεται δέν εχει άκτή άλλά πώς ό θάνατος βρίσκεται κυριολεκτικά μέσα στό παρόν στό όποίο βρίσκεται ναυαγός. Νά γιατί ό αγώνας τοΰ κολυμβητή δέν θά τόν βγάλει πουθε­νά, γιατί ποτέ του δέν θ’ άράξει. Θά παραμένει πάντα στά ιδια. Βέβαια, αύτή ή πανίσχυρη άντι-ουτοπία υπάρξει, κι αύτό πρέπει νά λέγεται, γιά νά γίνο­νται τά πράγματα ακόμη χειρότερα. Διαφορετικά, δέν θά υπήρχε διόλου ή χαΐντεγκεριανή έκείνη «ουσία» (Wessen), άν δέν υπήρχε κάτι τι έδώ στήν πραγματικότητα πού είναι αναπόφευκτο καί δέν εχει ιστορία μέχρι σήμερα καί δέν μεταβάλλεται πραγμα­τικά, επομένως, άν ή ίδια αύτή πραγματικότητα δέν περiφρουροΰσε τόν εαυτό της τόσο εξαιρετικά άπό μιαν υπόθεση ή οποία δημιουργεί προηγούμενο.

Καί στό σημείο αΰτό προσεγγίζουμε τήν περιοχή τοΰ αι­σθήματος της έλευθερίας. Αύτή συνδέεται μέ «τά όνειρα γιά μιά καλύτερη ζωή», πού απεικονίζουν οί κοινωνικές ουτοπίες, άλλά διακρίνονται απ’ αύτή. Στίς κοινωνικές ούτοπίες, ιδιαί­τερα, οί καλύτερες δυνατές συνθήκες κοινωνικής ζωής καθο­ρίζονται είτε διαμέσου τής έλευθερίας είτε διαμέσου της τά­ξης. Ή έλευθερία έδώ είναι μιά μεταβλητή ή ενα έπικουρικό μέσο γιά μιά καλύτερη δυνατή ζωή. Ή έλευθερία ώς αίσθημα δέν έμφανίζεται στήν ουτοπία, άλλά στό φυσικό δίκαιο, καί ασφαλώς στό φιλελεύθερο φυσικό δίκαιο τοΰ δεκάτου όγδοου αιώνα σέ συνδυασμό μέ τό όρθό βάδισμα, μέ τήν άνθρωπινη άξιοπρέπεια, πού τήν έγγυαται μόνο ή έλευθερία. Ό Γουλλιέλμος Τέλλος καί τά δράματα τοΰ ’Αλφιέρι βρίθουν μεγάλων έλευθεριακών φυσιογνωμιών πού κρατοΰν μιάν ανεξάρτητη στάση καί φαντάζουν «Κάτω ό Τύραννος». Έδώ βλέπει κανείς τό φυσικό δίκαιο, καί αΰτό βρίσκεται έπίσης μέσα στή σφαίρα της άντικειμενικής καί τής πραγματικής δυνατότητας, άλλά δέν είναι ενα καί τό αυτό, μέ τήν κοινωνική ουτοπία. Μέ άλλους λόγους, υπάρχουν δυό κομμάτια ουτοπίας: υπάρχουν οί κοινωνικές ούτοπίες ώς κατασκευές μιας συνθήκης κατά τήν όποια δέν υπάρχουν έργαζόμενοι καί καταπιεζόμενοι καί υπάρχει τό φυσικό δίκαιο, στή σφαίρα τοΰ οποίου δέν υπάρ­χουν ταπεινωμένοι καί καταφρονεμένοι. Αύτή ή δεύτερη σφαί­ρα είναι πού προσπάθησα ν’ άπεικονίσω στό βιβλίο μου Φυσι­κό δίκαιο καί ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τώρα υπάρχει καί μιά τρίτη. ‘Οπωσδήποτε, τό άγαπημένο τέκνο της πίστης δέν είναι τό θαΰμα άλλά ό θάνατος κι αύτός είναι ό καλύτερος τρόπος γιά νά τήν έκφράσουμε. Ωστόσο, χρειάζεται ενα θαΰμα γιά ν’ απομακρύνουμε τή θέα τοΰ Θανάτου. Τοΰτο σημαίνει, λοιπόν, τήν άνάσταση τοΰ Χριστοΰ, δηλαδή τήν πίστη, ήτοι «Ποιός Θά μέ γλυτώσει άπό τά σαγόνια τοΰ Θανάτου;» καθώς λέγεται στή Βίβλο, στήν Καινή Διαθήκη. Αύτό είναι υπερβατικό. Είναι κάτι που έμεΐς δέν μπορούμε νά κάνουμε. “Έτσι χρειαζόμαστε τή βοήθεια της βάπτισης, τόν θάνατο καί τήν ανάσταση τοΰ Χρίστου. Στήν πορεία τό ουτοπικό στοιχείο ΰπερβαίνεται στήν εκλογή τών δυνατών του μέσων. Καί, παρ’ ολ’ αύτά, ανήκει στήν ουτοπία.”

Advertisements