Πρόσφατα, στη διαδικτυακή σφαίρα και εν γένει στο δημόσιο λόγο, ξανάνοιξε το θέμα της περίφημης “απαλλαγής από τα θρησκευτικά” ή ακόμα και της κατάργησης του μαθήματος, της μεταφοράς του στο πεδίο των προαιρετικών/κατ’επιλογή μαθημάτων του σχολείου κοκ. Αφορμή ήταν η περίφημη εγκύκλιος του ΥΠΕΠΘ δυό μέρες πριν τις εκλογές, με την οποία: “η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών χορηγείται ύστερα από Υπεύθυνη Δήλωση του ν.1599/1986, του ίδιου του μαθητή (αν είναι ενήλικος) ή και των δύο γονέων του (αν είναι ανήλικος), στην οποία θα αναφέρεται ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και εξ αυτού επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει, εκτός αν το επιθυμεί”. Ο λόγος σύμφωνα με το Υπουργείο ήταν ότι “έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα κατάχρησης του δικαιώματος απαλλαγής από τα Θρησκευτικά για λόγους που δεν συνδέονται με την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης”.ceb

Έκτοτε η νέα (και ταυτόχρονα προηγούμενη) Κυβέρνηση έριξε μια δήλωση περί “απλούστευσης της διαδικασίας” νομολογώντας ότι “δεν είναι δυνατόν να δηλώνει το θρησκευμά του ο μαθητής σε δημόσιο έγγραφο” κοκ. Πριν λίγες μέρες η αρθρογραφία φούντωσε από όλες τις πλευρές. Από άρθρα δήθεν “μεταρρυθμιστικά”/”προοδευτικά” υπέρ των Θρησκευτικών (βλ.εδώ), τον πρόχειρο αντίλογό τους (βλ. εδώ), μέχρι και δημοσιεύματαπρόδηλης διάθεσης κιτρινισμού και δημιουργίας μαζικού πανικού είδαμε σε διάφορα δήθενα ορθόδοξα sites.

Χωρίς να αναλύσουμε το απαράδεκτο σκεπτικό του ΥΠΕΠΘ σε βάθος αναρωτιώμαστε: Τι συμβαίνει τελικά με αυτό το μάθημα;

Το βασικό ζήτημα κατά την ταπεινή μου γνώμη βρίσκεται σε μια πολύ βασική αντίθεση, την οποία η ελληνική Εκκλησία και εν γένει ο θρησκευόμενος κόσμος δεν θέλει να αντιληφθεί. Το σύγχρονο καπιταλιστικό Κράτος είναι μια συμπύκνωση αντιθέσεων βαθιά ταξικών και ανειρήνευτων, συνεπώς ως τέτοιο, οφείλει να είναι άοσμο, άγευστο, αόρατο και ταυτόχρονα βαθιά εξουσιαστικό και επικυρίαρχο με όλους τους μηχανισμούς του, στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Ένα τέτοιο Κράτος λοιπόν είναι εξ΄ορισμού άθεο, όχι βέβαια με την έννοια της ανεξιθρησκείας ή του σεβασμού στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Αυτά είναι προπετάσματα ελευθερίας.

Στην πραγματικότητα το άθεο καπιταλιστικό Κράτος, οδηγεί τη θρησκευτική συνείδηση μέσα από τη χρήση της Εκκλησίας ως Ιδεολογικού Μηχανισμού στην αποχαύνωση και την Εκκλησία τη μετατρέπει σε έναν ευτελή μηχάνισμο ποδηγέτησης της συνείδησης των ευρύτερων πλατιών κοινωνικών στρωμάτων. Αντιστρέφει δηλαδή τον ίδιο τον ρόλο τον οποίο καλείται να φέρει εις πέρας η Εκκλησία εντός του κόσμου και εντός του Αιώνιου Σήμερα εντός του οποίου κινείται. Μάλιστα σήμερα που το Κράτος, έχει μετατραπεί σε Κράτος Έκτακτης Ανάγκης με πολιτική -και άρα “εθνική”- στρατηγική, το Μνημόνιο, αυτή η αντίθεση θα έρχεται όλο και πιο πολύ στην επιφάνεια. Δυστυχώς μέχρι τώρα η Ιεραρχία και η πλειοψηφία των ποιμένων, έχουν επιλέξει για ρόλο τους το “δεκανίκι που στηρίζει τον ανάπηρο”, για να θυμηθούμε μια έκφραση του Γκράμσι για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία των ημερών του.

Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι μια ελάσσονα έκφανση αυτής της αντίθεσης ανάμεσα στην Εκκλησία και το Κράτος. Σε αυτό η Εκκλησία βρίσκεται δυστυχώς χαμένη εξαρχής. Η νοοτροπία της Κατήχησης δια μέσου του σχολείου είναι ταυτόχρονα η υπόρρητη παραδοχή ότι δεν μπορεί και δεν θέλει να υπηρετήσει τη σφυρηλάτηση σχέσεων με το εκκλησίασμα. Σχέσεων πνευματικών και ως εκ τούτου άφθαρτων στο χρόνο και τα κοινωνικά προβλήματα, τις δραματικές αλλαγές κοκ. Αντ’ αυτού, αντί δηλαδή της πραγματικής Ορθόδοξης πρακτικής για τη “διδασκαλία” της πίστης, που είναι η ενεργή συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία, προτείνεται μια διαμάχη: αν το μάθημα θα έχει “ομολογιακό” ή “θρησκειολογικό” χαρακτήρα. Ενίοτε πετιέται και σαν έτοιμη ρετσέτα η (αντορθόδοξη) θέση περί “ελληνοχριστιανικής παιδείας” και η ζωή παίρνει το δρόμο της.

Κι αν η Εκκλησία έρχεται μια φορά χαμένη σε αυτό το παιχνίδι, το ερώτημα είναι γιατί η Κυβέρνηση άνοιξε ένα τέτοιο ζήτημα για να το πάρει πίσω; Η πραγματικότητα είναι μάλλον σκληρή και αμείλικτη. Πίσω από κάθε “ισοδύναμο” μέτρο, πίσω από κάθε “προοδευτική κίνηση” δε βρίσκεται καμία ειλικρινής πρόθεση (ακόμα κι αν τα πρόσωπα ως τέτοια, που λένε τη μία ή την άλλη άποψη μπορεί αν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων). Μνημονιακή Ελλάδα χωρίς συντηρητικά αντανακλαστικά δεν μπορεί να σταθεί, οπότε γι’ αυτό και σε τέτοια ζητήματα υπάρχει η τακτική “μια στο καρφί και μια στο πέταλο”. Χτυπάει “προοδευτικά” η Κυβέρνηση αλλά στοχεύει συντηρητικά, γιατί πλέον είναι φυσική συνέχεια του Κράτους Έκτακτης Ανάγκης:

Στοχεύει στον Ιερώνυμο, που τον θέλει να αγκαλιάζει υποχρεωτικά τους πιο συντηρητικούς κύκλους στην Ιεραρχία, αποκόβοντας οποιαδήποτε ρότα συνάντησης του λαϊκού κλήρου με την ευρύτερη λαϊκή δυσαρέσκια.

Στοχεύει στον κάθε απλό άνθρωπο, που νιώθει να απειλείται η θρησκευτική του συνείδηση (την ώρα που κόβεται κι άλλο η βιοποριστική του ικανότητα) ώστε να διασφαλίσει την εκτόνωση της οργής.

Στοχεύει στη Δεξιά που τη θέλει συνομιλητή με τους δικούς της όρους (οπότε και παίζει στο δικό της ακροατήριο έστω και τεθλασμένα) αλλά και στην Ακροδεξιά που τη θέλει πειθήνιο αντίπαλο (και ελεγχόμενο μέχρι την επόμενη κρίσιμη ώρα ανάγκης που το Κράτος θα την προωθήσει αν τη χρειαστεί).

Σε όλα αυτά τι έχουμε να απαντήσουμε σήμερα; Ο άνθρωπος που νιώθει μέσα του την ανάγκη να θρησκεύει (είτε είναι μικρός είτε μεγάλος) οφείλει πριν ανοίξει ένα κακογραμμένο βιβλίο, να πάει στην Εκκλησία. Να δει τους συνενορίτες και τις συνενορίτισσες, τον παπά, τον κόσμο γύρω κι απέξω. Να μυρίσει λιβάνι και να ψάλει “Δόξα σοι Κύριε”, να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων. Και τότε με καθαρή καρδιά να δει που τον οδηγεί αυτή. Η πίστη για εμάς τους Ορθόδοξους δεν είναι μια πνευματική κατάσταση, ένα state of mind. Είναι ένα βίωμα, υπάρχει. Έχει υλικό υπόβαθρο και υλική αποτύπωση στην καθημερινή μας ζωή, που πιστεύοντας βλέπουμε τα θαύματα.

Μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τη μετάδοση και τη διδαχή της πίστης. Όπως έγραφε κάποτε κι ο Μαρκ Μπλοχ σε ένα βιβλίο του, παρουσίαζοντας το πως διδάσκεται και δομείται η επιστήμη της Ιστορίας:

Δεν μπορώ παρά να την παρουσιάσω σαν αυτό που είναι: το υπόμνημα ενός τεχνίτη που αρεσκόταν να προβληματίζεται πάνω στον καθημερινό μόχθο του, το σημειωματάριο ενός εργάτη που χειρίστηκε για πολύ καιρό το χάρακα και το αλφάδι, δίχως να φαντάζεται πως είναι μαθηματικός.”

Advertisements