*Απόσπασμα του Μ’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων

Η εκκλησιαστική και η δημόσια ζωή πολλές φορές έχει συγκλονιστεί από εγκληματικές πράξεις στις οποίες πρωταγωνιστές είναι με κάποιον τρόπο ιερωμένοι. Από οικονομικά ως ερωτικά σκάνδαλα και άλλα, η ιεροσύνη έχει τρωθεί από την στερεοτυπική εικόνα του “οιωνεί αναμάρτητου” ιερέα, που μπορεί να έχει ο κόσμος στο μυαλό του, από την άλλη είναι και η ίδια η Εκκλησία και ο τρόπος που καλλιεργεί την εικόνα της στη δημόσια σφαίρα, όντας φορέας ενός ιδεότυπου που σκεπάζει αυτοβούλως πολλές φορές,  “κάτω από το ράσο” διάφορες έκνομες συμπεριφορές. mom-nail

Αφορμή γι’ αυτή την ανάρτηση είναι το γνωστό πλέον ρεπορτάζ, σχετικά με τον επαναλαμβανόμενο βιασμό ανήλικου από άλλον ανήλικο στο “Παπάφειο” της Θεσσαλονίκης και οι εξελίξεις που ακολούθησαν με την Εισαγγελέα Εφετών να ξανανοίγει την υπόθεση κατηγορώντας ευθέως τη διοίκηση του Παπαφείου (που περιλαμβάνει τον Μητροπολίτη Άνθιμο) για κουκούλωμα της υπόθεσης.

[Μια αναγκαία σημείωση: Στο ρεπορτάζ κάτι που μου έχει κάνει πάρα πολύ κακή εντύπωση είναι ότι η Εισαγγελέας Εφετών αναφέρεται ονομαστικά (Ειρήνη Χρυσογιάννη) ενώ αυτός που “χειρίστηκε τη δικογραφία των ευθυνών” και “πρότεινε να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο, ως προς τους διοικούντες του Παπάφειου, θεωρώντας ότι δεν προκύπτουν ποινικά επιλήψιμες πράξεις” είναι απλά “ο εισαγγελέας Πρωτοδικών”…]

Αποτέλεσμα όλου αυτού του σάλου είναι και το Δελτίο Τύπου του Μητροπολίτη Άνθιμου, ο οποίος αφού διαβεβαίωσε ότι θα πραχθούν τα δέοντα αν προκύψουν ευθύνες, φρόνησε “ότι δεν  δικαιολογεί εκτεταμένη δημοσιότητα σχετικά με αυτό.”

Και πάμε στο ζουμί της υπόθεσης. Το πρόβλημα με τις ευθύνες του Άνθιμου είναι ότι είναι πολλαπλάσιες όσων ο ίδιος φαντάζεται με τις δηλώσεις του. Για την ακρίβεια όντως ο Μητροπολίτης, ως πρόεδρος του Ιδρύματος, φέρει εξαρχής την ευθύνη γιατί δεν άνοιξε το θέμα στα πλαίσια της ποιμαντικής. Κυριολεκτικά, ως ποιμένας και μάλιστα Επίσκοπος, όφειλε να δώσει στα ανήλικα παιδιά την ποιμαντική του έγνοια, την κατεύθυνσή του και όχι όπως “διέταξε δια των αρμοδίων οργάνων του έρευνα, προκειμένου να διακριβωθούν οι ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το περιστατικό, το οποίο παραλλήλως αποτελεί αντικείμενο ερεύνης και της δικαιοσύνης”. Γιατί σε όλη τη δήλωση αυτή, στο όλο σκεπτικό υπάρχει πλήρης η απουσία Χριστού.

Είναι γνωστό σε όσους ασχολούνται λίγο παραπάνω με τα θεολογικά διαβάσματα, ότι η έννοια του έννομου στην Εκκλησία -κατ’ επέκταση και στην Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη, στα νομοκανονικά ζητήματα κοκ.- σχετίζεται με την εκκλησιαστική παράδοση (σύστημα Ιερών Κανόνων) αλλά κυρίως με τη Σοφία του Θεού. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα ας πούμε, στον 1ο κανόνα της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου: “Τοῖς τὴν ἱερατικὴν λαχούσιν ἀξίαν μαρτύριά τε καὶ κατορθώματα αἱ τῶν κανονικῶν διατάξεών εἰσιν ὑποτυπώσεις”. Οι ιεροί κανόνες θεωρούνται άξια μαρτυρία του Θεού.

Το έννομο στην Εκκλησία είναι σχετιζόμενο με το νόμο του Θεού και όχι με το νόμο των ανθρώπων. Γι’ αυτό και υπάρχει μια πολύ σημαντική διάκριση στην Εκκλησία. Όσα ονομάζονται “αμαρτήματα” (με τη θεολογική έννοια, όχι ο αυνανισμός ή το να κρυφακούς τι συζητάνε οι μεγάλοι….) και η κρίση τους, βασίζεται στον όρο “αρρώστημα ψυχικόν”. Εδώ πρέπει να θυμηθούμε τον Γρηγόριο Νύσσης, που στον πρώτο Κανόνα του το σημειώνει πολύ καθαρά: “τὸ κατανοῆσαι ἡμᾶς τὴν ἔννομόν τε καὶ κανονικὴν ἐπὶ τῶν πεπλημμεληκότων οἰκονομίαν, ὅπως ἂν θεραπευθείη πᾶν ἀρρώστημα ψυχικόν, τὸ διά τινος ἁμαρτίας ἐπιγινόμενον“. Είναι ασθένεια της ψυχής η αμαρτία, ξαστοχία, και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται λοιπόν. Όσον αφορά το αν θα πρέπει και πώς να επιληφθεί η δικαιοσύνη, αρκεί μόνο ένα ακόμα απόσπασμα από τον 82ο Κανόνα της Πενθέκτης Συνόδου: “τὴν χάριν προτιμῶμεν, καὶ τὴν ἀλήθειαν, ὡς πλήρωμα νόμου ταύτην ὑποδεξάμενοι”. Για τον Χριστιανό προέχει η χάρη του Θεού και η αλήθεια και η Δικαιοσύνη (η κοσμική) είναι συμπλήρωμα της αλήθειας του πιστού.

Ξαναγυρίζοντας στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο και στον 11ο Κανόνα της διαβάζουμε: «Ὑπόχρεοι ὄντες πάντες τοὺς θείους κανόνας φυλάττειν καὶ τὸν λέγοντα, οἰκονόμους εἶναι ἐν ἑκάστῃ ἐκκλησίᾳ παντὶ τρόπω». Επιμένω λοιπόν, στο ότι πρέπει ο Επίσκοπος να κάνει διάκριση και να θέτει οικονόμους (άλλα πρόσωπα εκτός του εαυτού του εν ολίγοις) που θα διαφυλάττουν τους Ιερούς Κανόνες. Σε αυτό έρχεται να συμπληρωθεί η λογική του τίτλου του άρθρου. Να υπάρχει διαχωρισμός των εκκλησιαστικών πραγμάτων (περιουσίας αλλά και ζητημάτων) από τα προσωπικά του Επισκόπου. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση πρέπει ο ιερέας (ανεξάρτητα του βαθμού του) να διαχωρίζει πλήρως την προσωπική του ζωή από την εκκλησιαστική σε επίπεδο ζητημάτων και περιουσίας και παράλληλα να φροντίζει και τις δύο να τις διαπνέει η προσήλωση στο Χριστό και το Πνεύμα του Θεού. Μόνο έτσι θα υπάρχει σύμπνοια λόγων και έργων.

Μέχρι τότε, ο Μητροπολίτης Άνθιμος, στην περίπτωση που εξετάζουμε, φέρθηκε ως κοσμικός. Ως ένας Πρόεδρος ενός Ιδρύματος με όνομα και κύρος που το βασικό του ζήτημα είναι να μην χαλάσει το όνομα του μαγαζιού του. Γι’ αυτό και όλη η έγνοια είναι επί τρεις παραγράφους να μάθουμε τα πλείστα όσα έχει προσφέρει το Παπάφειο και να καταλήξει η δήλωση του Μητροπολίτη με την επισήμανση ότι “το περιστατικό αυτό είναι μοναδικό στην υπερεκατονταετή ιστορία του Ιδρύματος μας, και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για την δυσφήμιση του έργου μας”. Δεν κατανοεί εκείνη τη στιγμή ότι δεν μιλά σαν Επίσκοπος αλλά σαν Διευθυντής κα αυτό είναι η χείριστη κατάπτωση ενός ιερωμένου. Από εκεί προέρχεται πρώτα απ’ όλα η δυσφήμιση. Από το ότι δε βρέθηκε μια λέξη να ειπωθεί για τον χαμό ενός παιδιού, τα βασανιστήρια που υπέστη, αλλά και την κόλαση στην ψυχή ενός ακόμη παιδιού, που ήταν δεν ήταν 13 χρονών και ασέλγησε με φρικτό τρόπο στο σώμα και την ψυχή ενός συνανθρώπου του. Νύξη δεν υπήρξε για την ανεπάρκεια και την έλλειψη της αναμενόμενης -από το Θεό- πατρικής φροντίδας που έπρεπε να έχει επιδειχθεί. Μόνο μια αδιοριστία, μια ανάγκη υπεράσπισης. Άραγε τίνος; από τι;

“Βόσκε τὰ ἀρνία μου”, “ποίμαινε τὰ πρόβατά μου”, “βόσκε τὰ πρόβατά μου” είναι οι τρεις σαφείς εντολές του Χριστού προς τον Πέτρο (Ιωάν., 21: 15-18). Αυτές είναι οι σαφείς εντολές που έχει και κάθε ένας ιερέας που νιώθει ότι κρατάει από εκείνη την παράδοση, ανεξάρτητα από το βαθμό ή τα χρόνια του στην ιεροσύνη. Αυτή είναι και η ζωντανή συνθήκη κανονικής ύπαρξης της Εκκλησίας. Η σύναξη και η αλληλέγγυα, αδελφική στάση. Κι αν το υπονόησα παραπάνω, νομίζω ότι τώρα πρέπει να το πω πιο καθαρά. Ο διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους είναι η ορθόδοξη απάντηση στα προβλήματα εντός της Εκκλησίας. Δεν είναι απάντηση της νεωτερικότητας, δεν είναι αποτέλεσμα μιας αριστερής αντίληψης μόνο. Είναι η ανάγκη διαχωρισμού “τα του Καίσαρως τω Καίσαρι”. Είναι αυτό που περιέγραψα ακροθιγώς στην περίπτωση του Μητροπολίτη Άνθιμου: ανάμεσα στον ποιμένα και στον Πρόεδρο πρυτάνευσε ο δεύτερος. Όσο η Εκκλησία θα εναγκαλίζεται το Κράτος τόσο θα εκκοσμικεύεται και θα μοιάζουν όσα λέει, κίβδηλες πνευματικές κορώνες. Στο στενό θέμα του άρθρου,  ανεξάρτητα από το τι θα δείξει η Δικαιοσύνη, το έγκλημα έχει ήδη συντελεστεί από τον Μητροπολίτη κι ας μην το γνωρίζει ακόμα ο ίδιος…

Advertisements